Κάστρο Άκοβας

Περιγραφή:

Στην περιοχή ανατολικά του Βυζικίου Αρκαδίας, σε λόφο κοντά στα Τρόπαια, στέκουν τα χαλάσματα του φράγκικου κάστρου της Άκοβας, μία από τις 12 βαρονίες που ίδρυσε στην Πελοπόννησο ο Γοδεφρείδος Βιλλαρδουίνος. Από το κάστρο σήμερα διατηρούνται τμήματα από τον εξωτερικό περίβολο και ένας μισογκρεμισμένος τετράγωνος πύργος στη νοτιοδυτική πλευρά του.

Σύμφωνα με την κοινή μοίρα που κατατρέχει όλα τα κάστρα της μεσαιωνικής περιόδου, το κάστρο αυτό πέρασε από πολλά χέρια μέχρι την καταστροφή του. Το 1318 πουλήθηκε στον Ιωάννη Κατακουζηνό και τον Ανδρόνικο Παλαιολόγο, το 1458 καταλήφθηκε από το Μωάμεθ Β’ τον Πορθητή, το 1684 το κατέλαβαν οι Ενετοί ενώ το 1715 περιήλθε και πάλι στους Τούρκους. Με το πέρασμα των αιώνων σταμάτησε να χρησιμοποιείται και σταδιακά ερημώθηκε.

Αρκετοί είναι οι θρύλοι που συνοδεύουν την ιστορία του κάστρου. Ο πιο γνωστός αφορά τη μυθική αμαζόνα που προστάτευε το φρούριο, κόρη του Βιλλαρδουίνου, η οποία κατά την παράδοση είχε έναν μαστό, γι’ αυτό και το κάστρο είναι επίσης γνωστό ως Κάστρο της Μονοβύζας.

Η Άκοβα ήταν μία από τις σημαντικότερες βαρονίες της περιοχής των Σκορτών κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους. Η θέση της ήταν περίπου εκεί όπου σήμερα στέκει το αρκαδικό χωριό Βυζίκι, του Δήμου Τροπαίων. Η περιοχή ήταν επίσης γνωστή ως Άκοβαι· οι ονομασίες ενδέχεται να προέρχονται από τη λέξη aqua, η οποία στα λατινικά σημαίνει νερό. Η εκδοχή αυτή φαίνεται πιθανή, καθώς πραγματι η περιοχή εξακολουθεί μέχρι σήμερα να έχει πολλά νερά, κυρίως από τον ποταμό Λάδωνα.

Η Άκοβα αποτέλεσε μία από τις 12 βαρονίες στις οποίες διαιρέθηκε το πριγκιπάτο της Αχαΐας ύστερα από την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204, όταν έγινε αναδιανομή των εδαφών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η Άκοβα τότε δόθηκε στο βαρώνο Gauthier de Rosières, ο οποίος έχτισε εκεί κάστρο. Οι Φράγκοι το ονόμασαν Mategriffon ή Mathegriffon, που σημαίνει «Ελληνοφόνιον», ενδεικτικό της σκληρής επιβολής των Φράγκων στην περιοχή.

Τα ερείπια του κάστρου στέκουν στο πλάτωμα χαμηλού λόφου· τμήματα από τον εξωτερικό περίβολο και από έναν τετράγωνο πύργο φέρνουν στο νου τις ένδοξες μέρες, όταν η Άκοβα ήταν από τις ισχυρότερες βαρονίες της Πελοποννήσου. Το κάστρο χτίστηκε το 1250 σε στρατηγική θέση, που του επέτρεπε να επιβλέπει όλη την πεδιάδα. Το 1318 πουλήθηκε στον Ανδρόνικο Παλαιολόγο και τον Ιωάννη Καντακουζηνό. Το 1458 το κατέλαβε ο Μωάμεθ Β’ ο Πορθητής και το κατέστρεψε εντελώς. Το 1684 το κατέλαβαν οι Ενετοί και το 1715 περιήλθε στα χέρια των Τούρκων με τη Συνθήκη του Κάρλοβιτς, οπότε απέκτησε και μία μορφή αυτονομίας.

Το κάστρο είναι σήμερα γνωστό και ως «κάστρο της Μονοβύζας» ή «κάστρο της Αμαζόνας», ονόματα που στη λαϊκή μνήμη είναι συνδεδεμένα με το θρύλο που ήθελε το κάστρο να προστατεύεται από μία μονόστηθη αμαζόνα, κόρη του Βιλλεαρδουίνου, η οποία υπερασπίστηκε το κάστρο με μοναδική γενναιότητα. Το κάστρο αναφέρεται επίσης ως «κάστρο της Κυράς», είτε από την ανιψιά του βαρώνου de Rosières, Μαργαρίτα, η οποία ήταν η πρώτη κυρία της Άκοβας, είτε από τη δευτερότοκη κόρη του Βιλλεαρδουίνου Μαργαρίτα, που ήταν γνωστή ως Κυρά της Άκοβας (Domina Matagrifon).