Αρχαίο Θέατρο Ορχομενού

Περιγραφή:

Στους ανατολικούς πρόποδες του Υφάντειου λόφου, στη Αρκαδία, βρίσκεται το αρχαίο θέατρο του Ορχομενού, το οποίο έφερε στο φως ο καθηγητής Θεόδωρος Σπυρόπουλος. Το μεγαλύτερο μέρος του θεάτρου ανακαλύφθηκε το 1973, μικρότερα τμήματά του όμως έρχονταν στην επιφάνεια μέχρι το 1999.

Το θέατρο χτίστηκε τον 4ο αιώνα π.Χ. και ήταν σε χρήση μέχρι και τους ύστερους ρωμαϊκούς χρόνους. Φιλοξενούσε παραστάσεις, μουσικούς και ποιητικούς αγώνες, καθώς και συγκεντρώσεις του κοινού των Βοιωτών, όταν η έδρα του μεταφέρθηκε προσωρινά στον Ορχομενό το 335 π.Χ. Είναι λαξευμένο επάνω στο βράχο και αποτελείται από δώδεκα σειρές εδωλίων σε ενιαίο κοίλο. Πλησίον του θεάτρου υπάρχει ο βυζαντινός ναός της Παναγίας Σκριπούς, όπου σύμφωνα με επιγραφές πρέπει να εντοπιζόταν ιερό αφιερωμένο στις Χάριτες, προς τιμήν των οποίων τελούνταν στο θέατρο τα λεγόμενα Χαριτήσια. Στο θέατρο εορτάζονταν επίσης και τα Διονύσια, ενώ γίνονταν και εορτές προς τιμήν του Ομωλοίου Διός.

Το θέατρο σήμερα διατηρείται σε σχετικά καλή κατάσταση, προκειμένου όμως να αξιοποιηθεί πολιτιστικά, θα πρέπει να γίνουν κάποιες επιπλέον εργασίες συντήρησης, τόσο για την προστασία του, όσο και για λόγους ασφαλείας των θεατών.

Ο Ορχομενός ήταν πόλη της αρχαίας Αρκαδίας, τα υπολείμματα της οποίας σήμερα εντοπίζονται περίπου 30 χλμ. από την Τρίπολη και λίγο πιο έξω από το χωριό Λεβίδι.

Ο Ορχομενός ήταν μία από τις αρχαιότερες πόλεις της περιοχής, με μαρτυρίες κατοίκησης ήδη από τα προϊστορικά χρόνια. Είχε μεγάλο πληθυσμό, έντονη παρουσία στα δρώμενα της εποχής και μαρτυρείται ότι ήταν και ιδιαίτερα πλούσια πόλη, αφού έκοβε δικό της νόμισμα. Ο Ορχομενός ήταν μία από τις τρεις «μεγάλες δυνάμεις» της ανατολικής Αρκαδίας, μαζί με την Τεγέα και τη Μαντινεία, με την οποία μάλιστα βρισκόταν σε συνεχή αντιπαράθεση. Η περίοδος της μεγάλης ακμής του τοποθετείται κατά την αρχαϊκή περίοδο, περίπου τον 7ο και 6ο αιώνα π.Χ. Η πόλη εγκαταλείφθηκε κατά τους ρωμαϊκούς και αυτοκρατορικούς χρόνους, και οι κάτοικοί της μετεγκαταστάθηκαν στις γύρω περιοχές.

Η κυρίως πόλη δεσπόζει σε ύψωμα επάνω από τον κάμπο του Λεβιδίου και της Κανδήλας, θέση εντυπωσιακή αλλά και στρατηγική, καθώς επέτρεπε τον έλεγχο της περιοχής σε αρκετά μεγάλη απόσταση. Η αρχαία αυτή πόλη έχει ανασκαφεί και είναι σήμερα επισκέψιμη. Οι πρώτες συστηματικές ανασκαφές έγιναν το 1913 από τους G. Blum και A. Plassart, ενώ κατά τα έτη 1973-1976 πραγματοποιήθηκαν νέες έρευνες από την πρώην εποπτεύουσα Υπηρεσία του Νομού Αρκαδίας Ε’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, υπό τη διεύθυνση του τέως Προϊσταμένου Γ. Σταϊνχάουερ. Το 1980 έγιναν ορισμένες επιπλέον εργασίες υπό τη διεύθυνση του τέως Προϊσταμένου Θ. Σπυρόπουλου.

Από τα μνημεία που έχουν έλθει στο φως είναι μία γέφυρα των αρχαϊκών χρόνων, ένας προϊστορικός τύμβος, η αρχαία αγορά, το βουλευτήριο, ένας ναός της Μεσοπολίτιδος Αρτέμιδος, τα τείχη της και, το σημαντικότερο όλων, το αρχαίο θέατρο, ένα από τα μεγαλύτερα της αρχαιότητας, χωρητικότητας περίπου 4.000 ατόμων, χτισμένο κατά τους ελληνιστικούς χρόνους, τον 3ο αιώνα π.Χ. Το θέατρο αυτό, χτισμένο σε υψόμετρο 800 μ., προσέφερε μοναδική θέα. Χρησιμοποιούνταν τόσο για θεατρικές παραστάσεις, όσο και για αγώνες προς τιμήν του θεού Διονύσου. Ενδιαφέρον είναι το ότι το θέατρο αυτό, καθώς ήταν χτισμένο σε μεγάλη κλίση, διέθετε σύστημα αποστράγγισης των όμβριων υδάτων, το οποίο αποτελούνταν από επιμέρους λίθινους αγωγούς απορροής