Αρχαία Τεγέα – Αρχαιολογικός Χώρος

Περιγραφή:

Δέκα χιλιόμετρα έξω από την Τρίπολη, δίπλα στο χωριό Αλέα της Μαντίνειας, δεσπόζει η αρχαία πόλη της Τεγέας, τμήματα της οποίας άρχισαν να έρχονται στο φως από τα τέλη του περασμένου αιώνα. Η Τεγέα ήταν από τις σημαντικότερες πόλεις της αρχαίας Αρκαδίας, με αξιοσημείωτη πορεία μέσα στους αιώνες, μέχρι το 395 μ.Χ., που καταστράφηκε ολοσχερώς από τους Γότθους και εγκαταλείφθηκε.

Οι ανασκαφές μέχρι σήμερα έχουν αποκαλύψει τμήμα του αρχαίου θεάτρου της, τμήμα της αρχαίας Αγοράς, έναν βωμό αυτοκρατορικής λατρείας, μία παλαιοχριστιανική βασιλική και τμήματα βυζαντινού οικισμού. Ο χώρος είναι σήμερα επισκέψιμος και λειτουργεί ως αρχαιολογικό πάρκο. Εκεί λειτουργεί και το Αρχαιολογικό Μουσείο της Τεγέας, με ευρήματα κυρίως από το χώρο γύρω από το ιερό της Αλέας Αθηνάς, πολιούχου της Τεγέας. Το ιερό αυτό δεν σώζεται πια, λέγεται όμως ότι τμήματά του χρησιμοποιήθηκαν για την ανοικοδόμηση του ναού της Παναγίας, που βρίσκεται πλησίον του αρχαιολογικού χώρου.

Η Τεγέα ήταν πόλη της αρχαίας Αρκαδίας, και μάλιστα από τις πιο σημαντικές. Ιδρύθηκε από τον Τεγέα, γιο του Λυκάονα και εγγονό του Πελασγού και ήταν η τελευταία έδρα των μυθικών βασιλέων της Αρκαδίας. Η Τεγέα γνώρισε μεγάλη ακμή κατά την αρχαιότητα∙ λέγεται ότι είχε αρκετές χιλιάδες κατοίκους, ενώ έκοβε και δικό της νόμισμα, κάτι που ήταν ενδεικτικό της ευημερίας της. Η πόλη καταστράφηκε το 395 μ.Χ. από τους Γότθους και έτσι επήλθε η οριστική παρακμή της.

Στην πόλη δέσποζε ο ναός της Αλέας Αθηνάς, έργο του Πάριου γλύπτη Σκόπα, μέσα στον οποίο υπήρχε ελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς, αγάλματα του Ασκληπιού και της Υγείας, καθώς επίσης και τα δόντια του Ερυμάνθιου κάπρου, τα οποία μεταφέρθηκαν στη Ρώμη όταν η πόλη προσαρτήθηκε στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Το όνομα «Αλέα» σύμφωνα με τη μυθολογία, προήλθε από τον ομώνυμο εγγονό του Αρκάδα, ο οποίος είχε χτίσει το ναό της Αθηνάς, που ήταν και η πολιούχος της Τεγέας. Ο ναός αυτός δεν υπάρχει πια, θεωρείται όμως ότι τμήματά του χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση του χριστιανικού ναού της Παναγίας, που βρίσκεται πλησίον του αρχαιολογικού χώρου.

Οι ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν στο χώρο από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή, αρχικά, και από τον Έφορο Αρχαιοτήτων Θεόδωρο Σπυρόπουλο, πιο πρόσφατα, έφεραν στο φως ιερά της Αθηνάς Πολιάτιδος και της Αφροδίτης, καθώς επίσης και μία πληθώρα άλλων κτισμάτων, όπως το Γυμνάσιο, την Αγορά, τη Στοά, το Θέατρο, το Στάδιο και τη Βουλή. Από μεταγενέστερους χρόνους ήρθαν στο φως δύο παλαιοχριστιανικές βασιλικές, ένας βωμός αυτοκρατορικής λατρείας και τμήματα βυζαντινού οικισμού. Από τις βασιλικές σώζεται μόνο τμήμα της μίας, της λεγόμενης Βασιλικής του Θύρσου∙ η άλλη έχει αφανιστεί εντελώς. Ανασκαφές πραγματοποιούνται επίσης από τη δεκαετία του ’90 από το Νορβηγικό Ινστιτούτο, το οποίο βοήθησε στην ταύτιση κτιρίων και δρόμων, δίνοντας μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για την περιοχή, ενώ επίσης έφερε στο φως και άλλα ευρήματα, που χρονολογούνται στους βυζαντινούς χρόνους και την ύστερη αρχαιότητα.

Η περιοχή σήμερα αποτελεί ένα αρχαιολογικό πάρκο ιδιαίτερης σημασίας, με δικό του μουσείο, στο οποίο εκτίθενται τα ευρήματα που προέρχονται από το χώρο.