Αρχαιολογικό Μουσείο Λυκόσουρας

Περιγραφή:

Στα νότια του Νομού Αρκαδίας, 15 χιλιόμετρα από τη Μεγαλόπολη, βρίσκεται η Λυκοσούρα, όπου υπάρχει και αρχαιολογικός χώρος αφιερωμένος στη Δέσποινα, κόρη της Δήμητρας και του Ποσειδώνα, και μια από τις σημαντικότερες θεότητες της αρκαδικής λατρείας. Εντός του αρχαιολογικού χώρου χτίστηκε Μουσείο, το οποίο προοριζόταν για να στεγάσει τα ευρήματα που θα έφερναν στο φως οι ανασκαφές, που ξεκίνησαν το 1903 από την Αρχαιολογική Εταιρεία. Εντός του ιερού της Δέσποινας δέσποζε το κολοσσιαίων διαστάσεων σύμπλεγμα του Δαμοφώντα, το οποίο παρίστανε τη Δέσποινα και τη Δήμητρα καθισμένες σε θρόνους και πλαισιωμένες από την Άρτεμη και τον Τιτάνα Άνυτο. Θραύσματα από γλυπτά αυτού του συμπλέγματος απαρτίζουν τα κύρια εκθέματα του Μουσείου. Τα περισσότερα είναι πιστά αντίγραφα, διότι τα πρωτότυπα εκτίθενται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Αυθεντικά στη Λυκοσούρα εκτίθενται τμήματα από το βάθρο του συμπλέγματος με την ανάγλυφη διακόσμησή τους. Εκτός αυτών, το Αρχαιολογικό Μουσείο της Λυκοσούρας φιλοξενεί μαρμάρινα και πήλινα αναθήματα, επιγραφές, γλυπτά, καθώς και διάφορα άλλα μικρά ευρήματα.

Το μικρό Αρχαιολογικό Μουσείο της Λυκόσουρας βρίσκεται 15 χιλιόμετρα από τη Μεγαλόπολη, στον αρχαιολογικό χώρο του ιερού της Δέσποινας. Το μουσείο περιλαμβάνει γλυπτά, επιγραφές, μαρμάρινα και πήλινα αναθήματα διαφόρων τύπων από το παρακείμενο ιερό της Δέσποινας, όπως και διάφορα μικρά ευρήματα από την περιοχή γύρω από το ιερό της Δέσποινας καθώς και από το ιερό του Διός στο Λύκαιο όρος.
Τα σημαντικότερα εκθέματα του Μουσείου είναι μέρη από το γλυπτό σύμπλεγμα του Δαμοφώντα (περιελάμβανε τη Δέσποινα καθιστή σε θρόνο να περιστοιχίζεται από τη θεά Δήμητρα, τη θεά ’ρτεμη και τον Τιτάνα ´Ανυτο), πήλινα αναθήματα από το Μέγαρο (βωμό) του Ιερού της Δέσποινας, μαρμάρινη τράπεζα που στηρίζεται σε πόδια που έχουν αποδοθεί ανάγλυφα σε λεοντόποδα, μαρμάρινος αναθηματικός λύχνος, αφιέρωμα στο Ιερό της Δέσποινας. Το γλυπτικό σύμπλεγμα (σύνταγμα) του Δαμοφώντα ήταν κολοσσιαίων διαστάσεων και ήταν στημένο μέσα στο ιερό της Δέσποινας στην αρχαία Λυκόσουρα. Μέρος του γλυπτού συντάγματος εκτίθεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας. Στο μουσείο της Λυκόσουρας εκτίθενται επίσης αντίγραφα των υπερφυσικών κεφαλών που ανήκαν στα αγάλματα του συμπλέγματος. Τα πήλινα αναθήματα συνίστανται σε ειδώλια ή πλακίδια με παραστάσεις ονοκέφαλων και κριοκέφαλων δαιμόνων. Ας σημειωθεί ότι αυτά απεικονίζοντο και στον μαρμάρινο πέπλο του αγάλματος της Δέσποινας.

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Μουσείο στη Λυκόσουρα χτίστηκε μέσα στον αρχαιολογικό χώρο, για να φιλοξενήσει τα κινητά ευρήματα από το ιερό της Δέσποινας, που ανασκάφηκε κοντά στην ομώνυμη αρχαία πόλη. Η Δέσποινα, κόρη της Δήμητρας και του Ποσειδώνα, ήταν θεότητα που έχαιρε ιδιαίτερου σεβασμού από τους Αρκάδες. Το ιερό της περιλάμβανε έναν ναό και έναν βωμό προς τιμήν της, βωμό της Δήμητρας και άλλων θεοτήτων, μια μεγάλη στοά και άλλα κτίσματα για την εξυπηρέτηση των πιστών. Το λατρευτικό σύμπλεγμα που υπήρχε μέσα στον ναό, σύμφωνα με τις πηγές, ήταν έργο του γλύπτη Δαμοφώντα, και παρίστανε τη Δέσποινα και τη Δήμητρα ένθρονες, περιστοιχισμένες από την Άρτεμη και τον Τιτάνα Άνυτο.

Τα σημαντικότερα εκθέματα του μουσείου είναι θραύσματα γλυπτών που βρέθηκαν στον χώρο του ιερού και αποδίδονται στο σύμπλεγμα του Δαμοφώντα. Τα περισσότερα από τα πρωτότυπα θραύσματα εκτίθενται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας. Στο μουσείο της Λυκόσουρας εκτίθενται ακριβή αντίγραφα από τις κεφαλές των κολοσσιαίων αγαλμάτων της Δήμητρας, της Άρτεμης και του Άνυτου, και από το ιερό ένδυμα που έφεραν οι θεές. Αυθεντικά είναι τα θραύσματα από το βάθρο του συμπλέγματος, με ανάγλυφη διακόσμηση. Στο μουσείο υπάρχουν επίσης επιγραφές, αφιερώματα και μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη από τον ναό και τα άλλα κτίρια του ιερού της Δέσποινας.

Η Λυκόσουρα βρίσκεται στα νότια του Νομού Αρκαδίας, σε μικρή απόσταση από την Αρχαία Ολυμπία και 7 χιλιόμετρα δυτικά της Μεγαλόπολης. Ιδρυτής θεωρούνταν ο Λυκάων, που την κατέστησε έδρα των βασιλέων της Αρκαδίας. Ο Παυσανίας την αναφέρει ως την πρώτη πόλη που χτίστηκε και την οποία οι άνθρωποι πήραν ως υπόδειγμα για τις άλλες πόλεις. Στις μέρες του όμως είχε πολύ λίγους κατοίκους. Στη Λυκόσουρα υπάρχουν σημαντικά αρχαία μνημεία που μαρτυρούν την ακμή της πόλης.

Ένα από αυτά είναι ο ναός της Δεσποίνης, σημαντικό κέντρο λατρείας των Αρκάδων. Κατά την μυθολογία, αυτή η Δέσποινα ήταν κόρη της θεάς Δήμητρας. Η μυθική παράδοση αναφέρει, όπως είδαμε και σε άλλο σημείο της μελέτης, πως όταν κάποτε η Δήμητρα πέρασε από την Αρκαδία αναζητώντας τη χαμένη Περσεφόνη, την είδε ο Ποσειδώνας και την ερωτεύτηκε. Η θλιμμένη θεά, για να αποφύγει τον Ποσειδώνα, που μόνο ταραχές και αναστάτωση ήξερε να δημιουργεί, είτε ήταν στη θάλασσα είτε στη στεριά, μεταμορφώθηκε σε φοράδα και κρύφτηκε μέσα σ’ ένα στάβλο. Ωστόσο ο Ποσειδώνας τυφλωμένος απο τον ακατασίγαστο πόθο του, μεταμορφώθηκε κι αυτός σε άλογο και μπήκε στον ίδιο στάβλο. Η Δήμητρα μπορεί να μην βρήκε την χαμένη Περσεφόνη, ύστερα όμως από την ένωσή της με τον Ποσειδώνα έφερε στον κόσμο μία νέα κόρη . Το όνομά της δεν διασώθηκε σε καμία πηγή, γιατί ήταν απόρρητο, αλλά οι Αρκάδες την αποκαλούσαν Δέσποινα.

Ο αφιερωμένος σε αυτήν ναός στη Λυκόσουρα ήταν ιδιαίτερα σεβαστός απ’ όλους τους Πελοποννήσιους, γι’ αυτό και όταν το 368 π.Χ οι Λυκοσουρείς κλείστηκαν μέσα, αντιτιθέμενοι στην εγκατάλειψη της πατρογονικής τους εστίας και στην μετακόμιση τους στην Μεγαλόπολη, δεν παρενοχλήθηκαν από κανένα. Ανακαλύφθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα π.Χ. στο λόφο που ήταν παλιότερα γνωστός ως “¨Παλιόκαστρο της Στάλας”. Μέσα στο ναό υπήρχε ένα εντυπωσιακό μαρμάρινο σύμπλεγμα, φιλοτεχνημένο από τον Μεσσήνιο γλύπτη Δαμοφώντα, που παρίστανε τη Δήμητρα και τη Δέσποινα καθισμένες δίπλα δίπλα σε διθέσιο θρόνο, και πλαισιωμένες από την Άρτεμη συνοδευόμενη από ένα κυνηγόσκυλό της και τον Τιτάνα Άνυτο που ανέθρεψε την Δέσποινα.

Τμήματα του έξοχου αυτού καλλιτεχνήματος ήρθαν στο φώς από την αρχαιολογική σκαπάνη του αρχαιολόγου Κώστα Κουρουνιώτη στις αρχές του 20ου αιώνα. Τότε κτίστηκε και το μικρό μουσείο που υπάρχει εδώ και στο οποίο μπορεί να δεί κανείς τα σωζόμενα κομμάτια του συμπλέγματος, καθώς και μια συνολική αναπαράσταση. Μπορεί ακόμα να δεί κανείς τα θεμέλια του ναού, τα θεμέλια του μνημειώδους βωμού της Δέσποινας, που ονομαζόταν μέγαρον, τα θεμέλια μιας μεγάλης στοάς στην άλλη πλευρά του ναού, τα σκαλάκια δίπλα στο ναό, που πρέπει να χρησιμοποιούνταν αντί εδωλίων για τους θεατές των ιεροπραξιών και δεκάδες σκόρπια μάρμαρα τριγύρω. Σώζονται επίσης στη θέση τους το βάθρο πάνω στο οποίο ήταν στημένο το σύμπλεγμα του Δαμοφώντος και πολλές βάσεις αγαλμάτων με τις αναθηματικές επιγραφές τους. Στη βάση του λόφου λίγα μέτρα πιο δυτικά, μπορεί να δεί κανείς μία εντυπωσιακή κρηνική κατασκευή, που ανήκε πιθανότατα στο αρχαίο ξενοδοχείο όπου έμεναν οι επισκέπτες, καθώς και πολλά τμήματα από τα τείχη της πόλης. Εκτός απο τη Δέσποινα λατρευόταν στην πόλη η Άρτεμις ηγεμών, ο Πάν και η Αθηνά. Τα ιερά τους βρίσκονταν γύρω από το ιερό της Δέσποινας. Την ίδια πόλη δυστυχώς δεν μπορεί να τη δεί ο επισκέπτης, γιατί τα ερείπιά της παραμένουν μέχρι σήμερα σκεπασμένα από ένα δάσος με πουρνάρια.

Το Ιερό της Δέσποινας

Ο αρχαιολογικός χώρος της αρχαίας Λυκόσουρας βρίσκεται στο νοτιοδυτικό τμήμα της Αρκαδίας, στην ανατολική πλευρά του Λυκαίου όρους, μέσα σε καταπράσινο και ειδυλλιακό περιβάλλον. Απέχει 49 χλμ. από Τρίπολη και 12 χλμ. από την Μεγαλόπολη.

Το ιερό της Δέσποινας στη Λυκόσουρα ήταν ένα σύμπλεγμα βωμών και ναών αφιερωμένων σε διάφορες θεότητες. Όμως κορυφαία ήταν ο ναός και το μέγαρο της Δέσποινας. Εκεί γίνονταν από πολύ παλιά απόκρυφη οργιαστική γιορτή, με αναπαράσταση της γέννησης του Δία, όπου λάμβαναν μέρος έφηβοι υποδυόμενοι τους Κουρήτες και Κορύβαντες, που χόρευαν με ενθουσιασμό κραδαίνοντας όπλα και βγάζοντας άναρθρες κραυγές.

Ο αρχαιολογικός χώρος περιλαμβάνει ναό, περίβολο, το “μέγαρο”, μεγάλη στοά, υπολείμματα Λουτρών, και τους βωμούς της Δέσποινας, της Δήμητρας και της Μεγάλης Μητρός. Τα σωζόμενα ερείπια είναι του 2ου αι. π.Χ. Στο ναό της Δέσποινας υπήρχε το βάθρο του περίφημου “συντάγματος”του Μεσσήνιου γλύπτη Δαμοφώντα (σύμπλεγμα των κολοσσιαίων αγαλμάτων της Αθηνάς, της Δήμητρας, της Αρτέμιδας και του τιτάνα Ανύτου) του 2ου π.Χ. αι. Το μέγαρο της Δέσποινας, ένα ναόμορφο οικοδόμημα-βωμός, ήταν ένας ιερός χώρος όπου γίνονταν τελετουργίες και μυστηριακές θυσίες. ΝΔ. του μεγάρου υπάρχει κρηνικό κτίσμα από μεγάλες ορθογονισμένες πέτρες.

Μέσα στον αρχαιολογικό χώρο βρίσκεται το Αρχαιολογικό Μουσείο Λυκόσουρας. Οι ανασκαφές έγιναν το 1903 από την Αρχαιολογική Εταιρεία. Η Δέσποινα ήταν από τις αρχέγονες χθόνιες θεότητες, προς τιμήν της οποίας γίνονταν μστηριακές λατρευτικές τελετές, τις οποίες καθώς και το όνομά της γνώριζαν μόνο οι μυημένοι σε αυτές. “Δέσποινα” δεν ήταν το κύριο όνομα της θεάς αλλά επίθετο με το οποίο την προσαγόρευαν. Τελικά όμως η Δέσποινα θα πρέπει να ήταν η Περσεφόνη, κόρη του Ποσειδώνα και της Δήμητρας:

“…ταύτην μάλιστα θεών σέβουσιν οι Αρκάδες την Δέσποιναν, θυγατέρα δε αυτήν Ποσειδώνος φασίν είναι και Δήμητρος. Επίκλησις ες τους πολλούς εστιν αυτή Δέσποινα, καθάπερ και την εκ Διός Κόρην επονομάζουσιν, ιδία δε εστίν όνομα Περσεφόνη, καθά Όμηρος και έτι πρότερον Πάμφως εποίησαν. Της δε Δεσποίνης το όνομα έδεισα ες τους ατελέστους γραφείν.”

Δηλαδή, “Οι Αρκάδες σέβονται και τιμούν αυτή τη Δέσποινα περισσότερο από τους άλλους θεούς, γιατί τη θεωρούν θυγατέρα του Ποσειδώνα και της Δήμητρας. Οι περισσότεροι ονομάζουν αυτή τη θεά Δέσποινα όπως και αυτή που εγεννήθη από το Δία (και τη Δήμητρα) ονομάζουν Κόρη, όμως το όνομά της είναι Περσεφόνη, όπως έγραψαν ο Όμηρος και ακόμη παλιότερα ο Πάμφως στα ποιήματά τους. Το όνομα της Δέσποινας φοβήθηκα να το γνωστοποιήσω στους αμύητους.”

Η Δέσποινα ήταν άρρηκτα δεμένη με την Αρκαδική λατρεία. Κατείχε ξεχωριστή θέση μεταξύ των αρκάδων θεών και για το λόγο αυτό και υπήρχε συνέχεια από τη μια εποχή στην άλλη. Αυτό διαφαίνεται ανάγλυφα τόσο στα διάφορα ευρήματα που αντιπροσωπεύουν διαφορετικές εποχές, όσο και στο τεραστίου μεγέθους σύμπλεγμα του Δαμοφώντα, όπου συνδέεται η σύγχρονη τέχνη του με την αρκαδική παράδοση.