Αρχαία Μεσσήνη

Περιγραφή:

Η Αρχαία Μεσσήνη βρίσκεται στους δυτικούς πρόποδες του όρους Ιθώμη, κοντά στο σημερινό χωριό Μαυρομάτι. Έχει έρθει στο φως ένα μεγάλο τμήμα της, που φανερώνει την έκταση, αλλά και τη σπουδαιότητα που είχε η πόλη αυτή κατά την αρχαιότητα. Η Αρχαία Μεσσήνη οικοδομήθηκε το 369 π.Χ. από τον Θηβαίο στρατηγό Επαμεινώνδα, ύστερα από τη μάχη των Λεύκτρων, όταν νίκησε τους Σπαρτιάτες, εισέβαλε στη Λακωνία και ελευθέρωσε τους Μεσσήνιους από τη σπαρτιατική κυριαρχία.

Ο περιηγητής Παυσανίας επισκέφτηκε την πόλη μεταξύ 155 και 160 μ.Χ. και κατέγραψε σημαντικές πληροφορίες για τη μορφή της αλλά και όλα τα δημόσια και ιερά οικοδομήματά της. Αρχικά το λίθινο τείχος που την περιέβαλλε, το οποίο εκτεινόταν στα 9 χιλιόμετρα περίπου και προστάτευε την πόλη από όλες τις κατευθύνσεις, εκτός από τα βορειοανατολικά, όπου στεκόταν σαν φυσικό οχυρό η Ιθώμη. Εκτός από μέρος του τείχους αυτού, οι αρχαιολογικές ανασκαφές έφεραν επίσης στο φως: το Θέατρο, το οποίο κυρίως φιλοξενούσε πολιτικές συγκεντρώσεις, την Κρήνη Αρσινόη, μεγάλη και εντυπωσιακή κατασκευή ανάμεσα στο Θέατρο και την Αγορά, τη δυτική πλευρά της Αγοράς, το ιερό του Διός Σωτήρος, το ιερό της Δήμητρας και των Διόσκουρων, το Ασκληπιείο, το οποίο φαίνεται ότι κατείχε σημαντική θέση στη δημόσια ζωή της πόλης, το ιερό ενός ήρωα, πιθανότατα του Αριστομένη, το Εκκλησιαστήριο, το Στάδιο, το Γυμνάσιο, καθώς και την Αρκαδική Πύλη, μνημειακών διαστάσεων, η οποία μνημονεύεται πολλάκις από τους περιηγητές, ως ένα από τα εντυπωσιακότερα κτίσματα του αρχαιολογικού χώρου.

Στο νοτιοδυτικό τμήμα της Πελοποννήσου, δίπλα στο σημερινό χωριό Μαυρομάτι, κατά την αρχαιότητα βρισκόταν η πόλη της Μεσσήνης, από τις σημαντικότερες αρχαίες πόλεις της περιοχής με σημαντική ιστορική παρουσία. Η πόλη ιδρύθηκε το 369 π.Χ. από το Θηβαίο στρατηγό Επαμεινώνδα και τους Αργείους συμμάχους του, με στόχο να αποκλείσουν τους Σπαρτιάτες από την περιοχή της Μεσσηνίας.

Η συγκεκριμένη θέση για την ίδρυση της νέας πόλης λέγεται πως επιλέχθηκε ύστερα από τη θαυματουργή ανακάλυψη του σημείου όπου βρισκόταν η διαθήκη του Αριστομένη, Μεσσήνιου ήρωα, που έγινε με τη μεσολάβηση ιερέων και μάντεων. Σύμφωνα με τον Παυσανία, για τον εποικισμό της νέας πόλης κλήθηκαν πίσω οι Μεσσήνιοι μετανάστες στην Ιταλία, τη Σικελία, τις Ευεσπερίδες στη Λιβύη, καθώς και σε διάφορες άλλες πόλεις όπου είχαν αυτοί καταφύγει. Οι περισσότεροι ανταποκρίθηκαν θετικά στο κάλεσμα για τον εποικισμό της νέας πόλης και, μαζί με τους απελευθερωμένους είλωτες και τους περίοικους, απάρτισαν τον πρώτο πληθυσμιακό όγκο της Μεσσήνης. Η πόλη πήρε το όνομά της από τη μυθική, προδωρική βασίλισσα της χώρας, που ήταν κόρη του Αργείου βασιλιά Τρίοπα και σύζυγος του Λάκωνα Πολυκάονα. Σύμφωνα με τον Παυσανία, η Μεσσήνη θεοποιήθηκε περί τον 10ο αιώνα π.Χ. και σταδιακά ανακηρύχθηκε σε μία από τις κύριες θεότητες της πόλης.

Συστηματικές ανασκαφές ξεκίνησαν στην περιοχή το 1895 από το Θεμιστοκλή Σοφούλη και συνεχίστηκαν το 1909 και το 1925 από το Γεώργιο Οικονόμο. Έπειτα στην περιοχή δραστηριοποιήθηκε ο Αναστάσιος Ορλάνδος έως το 1974, ενώ από το 1986 έως σήμερα τη διεύθυνση τον ανασκαφών έχει αναλάβει ο Πέτρος Θέμελης. Μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια έχουν έρθει στο φως όλα τα δημόσια και ιερά οικοδομήματα που είδε και περιέγραψε ο Παυσανίας, ο οποίος επισκέφτηκε την πόλη κατά τα έτη 155-160 μ.Χ., όταν αυτοκράτορας ήταν ο Αντωνίνος Πίος (Σεβαστός).

Η αρχαία Μεσσήνη περιβαλλόταν από τείχος μήκους 9,5 χλμ. περίπου, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου στέκει μέχρι σήμερα. Περιλάμβανε δύο πύλες, την Αρκαδική (ή αλλιώς πύλη της Μεγαλόπολης) και τη Λακωνική. Η τελευταία αυτή καταστράφηκε τον 18ο αιώνα, η πρώτη όμως, η Αρκαδική, διατηρείται σε αρκετά καλή κατάσταση, και μάλιστα αποτελούσε το σήμα κατατεθέν της πόλης για τους πρώτους περιηγητές, οι οποίοι συνήθιζαν να την απεικονίζουν στις χαλκογραφίες τους. Είναι μία τεράστια, επιβλητική πύλη, κυκλική, με δύο εισόδους, μία εσωτερική και μία εξωτερική. Στην αρχαία Μεσσήνη ήλθαν επίσης στο φως το θέατρο, η Αγορά, ιερά της Δήμητρας και των Διόσκουρων, του Διός Σωτήρος και της Ίσιδος και του Σαράπιδος, το ιερό ενός ήρωα, η επιβλητική Κρήνη Αρσινόη, ένας μεγάλος δωρικός ναός, το Ασκληπιείο, που ήταν το λαμπρότερο δημόσιο οικοδόμημα, το εκκλησιαστήριο, που θυμίζει κατά κάποιον τρόπο μικρό θέατρο, το στάδιο, το γυμνάσιο και, από μεταγενέστερους χρόνους, μία βασιλική των πρωτοβυζαντινών χρόνων.

Η διάταξη της πόλης ακολουθούσε το λεγόμενο ιπποδάμειο σύστημα, όπου όλα τα οικοδομήματα έχουν τον ίδιο προσανατολισμό και ο χώρος διαιρείται σε οριζόντιους και κάθετους άξονες. Εμπνευστής του συστήματος αυτού ήταν ο Μιλήσιος Ιππόδαμος, αρχιτέκτονας, γεωμέτρης, πολεοδόμος και αστρονόμος που έζησε περί τον 5ο αιώνα π.Χ., ο οποίος στήριξε το σύστημά του στις αρχές της ισονομίας, της ισοπολιτείας και της ισομοιρίας, που αποτελούσαν τις αρχές του δημοκρατικού πολιτεύματος. Η πόλη έπεσε θύμα επιδρομής των Γότθων το 395 μ.Χ. υπό τον Αλάριχο, οπότε και άρχισε σταδιακά να ερημώνεται. Δεν παύει βεβαίως να είναι μία από τις πιο καλοδιατηρημένες πόλεις του αρχαίου κόσμου και ένας από τους πιο ενδιαφέροντες αρχαιολογικούς προορισμούς.