Πολεμικό Μουσείο Τρίπολης

Πολεμικό Μουσείο Τρίπολης

Το Πολεμικό Μουσείο Τρίπολης Αρκαδίας ξεκίνησε τη λειτουργία του το 2000, με στόχο τη δημιουργία ενός χώρου όπου θα στεγάζονταν κειμήλια και ενθύμια από τους αγώνες των Ελλήνων σε διάφορες φάσεις της νεώτερης ιστορίας τους. Είναι χωρισμένο σε έντεκα ενότητες, οι οποίες διατρέχουν χρονολογικά όλες τις περιόδους του νεώτερου ελληνικού κράτους, με μία μεγάλη ποικιλία εκθεμάτων. Το Μουσείο αυτό, ένα από τα πέντε πολεμικά μουσεία που υπάρχουν σε όλη την Ελλάδα, λειτουργεί ως σύμβολο μνήμης των δύσκολων καιρών που αντιμετώπισε η χώρα μας στην πορεία της να αναδειχθεί σε ελεύθερο, αυτόνομο κράτος.

Πολεμικό Μουσείο Τρίπολης

Πολεμικό Μουσείο Τρίπολης

Το Πολεμικό Μουσείο Τρίπολης βρίσκεται στην πλατεία Αγίου Βασιλείου, στο ισόγειο ενός όμορφου κτιρίου, δωρεά του Μαλλιαροπούλειου Ιδρύματος. Η ιδέα της δημιουργίας του υπήρχε ήδη από το 1988, εγκαινιάστηκε όμως τελικά το 2000, με σκοπό να ανταποκριθεί στην ανάγκη για έναν ενιαίο χώρο που να αφηγείται την πολυτάραχη ιστορία της νεώτερης Ελλάδας, εστιάζοντας σε γεγονότα της ευρύτερης περιοχής της Αρκαδίας.

Το Μουσείο, ένα από τα πέντε πολεμικά μουσεία που υπάρχουν σε όλη την Ελλάδα, ακολουθεί τη συνήθη δομή των πολεμικών μουσείων, όπου τα εκθέματα εκτίθενται χρονολογικά. Είναι χωρισμένο σε έντεκα ενότητες, οι οποίες διατρέχουν χρονολογικά όλες τις περιόδους του νεώτερου ελληνικού κράτους: από την Επανάσταση του 1821, τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο, το Μακεδονικό Αγώνα, τους Βαλκανικούς πολέμους, τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, το Μικρασιατικό πόλεμο, τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, τη γερμανική εισβολή, την Κατοχή, τη μέση Ανατολή και, τελικά, την Απελευθέρωση από τις δυνάμεις του Άξονα το 1944. Τα εκθέματα περιλαμβάνουν όπλα, στολές, τουφέκια, σπαθιά, έγγραφα, χειρόγραφα, φωτογραφίες, λιθογραφίες, χαρακτικά και διάφορα άλλα αντικείμενα. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει μία προτομή του μεγάλου στρατηγού Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, καθώς και το αυθεντικό νεκρικό εκμαγείο του.

Λαογραφικό Μουσείο Τεγέας

Λαογραφικό Μουσείο Τεγέας

Από τα πιο ενδιαφέροντα μουσεία της περιοχής της Αρκαδίας, το Λαογραφικό Μουσείο Τεγέας ξεκίνησε τη λειτουργία του το 1996, σε ένα καλαίσθητο κτίριο που ανήκε στην πρώην Οικοκυρική Σχολή Τεγέας. Το Μουσείο βρίσκεται πλησίον των ερειπίων του αρχαίου ναού της Αλέας Αθηνάς και του βυζαντινού ναού της Κοίμησης της Θεοτόκου, μέσα στο πάρκο της Επισκοπής.

Μέσα από την πλούσια συλλογή των εκθεμάτων του ξετυλίγεται η λαογραφική παράδοση και κληρονομιά της ευρύτερης περιοχής της Τεγέας. Παραδοσιακές φορεσιές, υφαντά, αργαλειοί, είδη καθημερινής χρήσης, γεωργικά και κτηνοτροφικά εργαλεία, καθώς και αναπαραστάσεις από εργαστήρια διαφόρων αστικών επαγγελμάτων συνθέτουν τη γενικότερη εικόνα του πρωτότυπου αυτού μουσείου. Στις δεκαπέντε αίθουσες ο επισκέπτης θα βρει επίσης αρκετά δημιουργήματα των αποφοίτων της Οικοκυρικής Σχολής, αλλά και την ξεχωριστής σημασίας ολυμπιακή δάδα της πρώτης Ολυμπιάδας.

Λαογραφικό Μουσείο Τεγέας

Λαογραφικό Μουσείο Τεγέας

Στο όμορφο πάρκο της Επισκοπής Τεγέας, μέσα σε ένα περιβάλλον με πλούσιο ιστορικό παρελθόν, βρίσκεται το Λαογραφικό Μουσείο Τεγέας, το οποίο άνοιξε τις πύλες του στο κοινό στις 21 Ιουλίου του 1996. Το Μουσείο στεγάζεται στο δεύτερο όροφο ενός όμορφου πέτρινου κτιρίου, το οποίο παλαιότερα φιλοξενούσε την Οικοκυρική Σχολή Τεγέας. Το Μουσείο αυτό βρίσκεται στο σταυροδρόμι μεταξύ αρχαίας και βυζαντινής παράδοσης: από τη μία βρίσκονται τα ερείπια του αρχαίου ναού της Αλέας Αθηνάς, κι από την άλλη ο βυζαντινός ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.

Το Λαογραφικό Μουσείο Τεγέας αποτίνει φόρο τιμής στη λαογραφική παράδοση της ευρύτερης περιοχής της Τεγέας. Ανήκει στον Τεγεατικό Σύνδεσμο, από τον οποίο και δημιουργήθηκε, και προσφέρει σημαντικό εκπαιδευτικό έργο στην περιοχή. Διαθέτει τεράστια συλλογή, η οποία εκτείνεται σε 15 ορόφους και περιλαμβάνει μία μεγάλη ποικιλία εκθεμάτων. Εδώ ο επισκέπτης μπορεί να δει διάφορα είδη λαϊκής τέχνης, όπως σκεύη καθημερινής χρήσης, παραδοσιακά υφαντά και ενδύματα, τοπικές φορεσιές, κεντήματα, αργαλειούς, από τη νεώτερη παράδοση υπάρχουν επίσης παλιές γραφομηχανές και αριθμομηχανές, ζυγαριές, ραδιόφωνα, σειρές φωτογραφιών, αλλά και εκθέματα των αποφοίτων της αλλοτινής Οικοκυρικής Σχολής. Στους χώρους του Μουσείου έχουν επίσης στηθεί αναπαραστάσεις από εργαστήρια παραδοσιακών επαγγελμάτων: εδώ ο επισκέπτης θα δει πώς δούλευαν στο σιδηρουργείο, στο πεταλωτήριο, στο τσαγκαράδικο και στο κουρείο, ενώ επίσης υπάρχει και αναπαράσταση αστικού παραδοσιακού σπιτιού, όπου ο επισκέπτης παίρνει μια ιδέα από την καθημερινή ζωή των ντόπιων σε αλλοτινές εποχές. Σε άλλους χώρους μπορεί κανείς να βρει διάφορα εργαλεία, τα οποία είναι χωρισμένα ανά επάγγελμα. Ξεχωριστό έκθεμα παραμένει η ολυμπιακή δάδα της πρώτης Ολυμπιάδας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το μεγαλύτερο μέρος των εκθεμάτων αυτών προέρχεται από τις ευγενικές δωρεές ιδιωτών, οι οποίοι τα παραχώρησαν με σκοπό να αναβιώσει η νεώτερη κληρονομιά της Τεγέας και να αποτελέσει πολύτιμη διδαχή για τις επόμενες γενεές. Το Μουσείο μπορεί κανείς να το επισκεφτεί καθημερινά, όλο το χρόνο.

Εκκλησιαστικό Μουσείο Δημητσάνας

Εκκλησιαστικό Μουσείο Δημητσάνας

Κοντά στην πλατεία του ιστορικού χωριού της Δημητσάνας ο επισκέπτης θα βρει το Εκκλησιαστικό Μουσείο Δημητσάνας, το οποίο στεγάζεται στην αναπαλαιωμένη οικία του Γρηγορίου του Ε’. Το μουσείο δημιουργήθηκε ύστερα από ιδέα και προτροπή του Σεβασμιώτατου Μητροπολίτη Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Θεόφιλου.

Πρόκειται για μία διώροφη μονοκατοικία παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, στην οποία εκτίθενται εικόνες, άμφια, ιερά σκεύη, σταυροί, ευαγγέλια και άλλα εκκλησιαστικά αντικείμενα. Το υπόγειο της οικίας έχει μετατραπεί σε μικρό ναό, στον οποίο τιμάται ο Άγιος Γρηγόριος Ε’. Εδώ φυλάσσεται και η εξαίρετη εικόνα του Αγίου Γεωργίου, έργο αγειορίτικης τέχνης του 1808.

Μπαίνοντας στο Μουσείο, ο επισκέπτης συναντά σε πινακίδα την εξής επιγραφή: Εν τη οικία ταύτη εγεννήθη ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’ απαγχονισθείς τη 10 Απριλίου 1821 εν Κωνσταντινουπόλει. Μία επίσκεψη στο Μουσείο αποτίει φόρο τιμής όχι μόνο στην εκκλησιαστική μας παράδοση, αλλά και στην πολυτάραχη ιστορία του Γένους μας στην πορεία του προς την απελευθέρωση, η οποία ποτίστηκε με βάσανα και αίμα.

Εκκλησιαστικό Μουσείο Δημητσάνας

Εκκλησιαστικό Μουσείο Δημητσάνας

Κοντά στην πλατεία του ιστορικού χωριού της Δημητσάνας στέκει το Εκκλησιαστικό Μουσείο Δημητσάνας, το οποίο στεγάζεται στο αναπαλαιωμένο σπίτι του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε’. Το μουσείο αυτό δημιουργήθηκε το 1992, ύστερα από παρότρυνση του Μητροπολίτη Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Θεόφιλου, με τη βοήθεια των αδελφών Παναγιώτη και Δημήτριου Ευαγγελόπουλου, από το χωριό Βλαχόρραφτη.

Πρόκειται για ένα διώροφο σπίτι με υπόγειο, που διατηρεί αρκετά παραδοσιακά αρχιτεκτονικά στοιχεία. Στους δύο ορόφους του, που συνδέονται μεταξύ τους με εσωτερική πέτρινη σκάλα, εκτίθενται σε ειδικές προθήκες τα εκθέματα, ενώ το υπόγειο έχει μετατραπεί σε μικρό ναό προς τιμήν του Αγίου Γρηγορίου του Ε’. Τα εκθέματα του Μουσείου προέρχονται από τη Δημητσάνα και την ευρύτερη περιοχή της Γορτυνίας, από τους πολυάριθμους ναούς και την πληθώρα των μονών της Μητρόπολης Γόρτυνος και Μεγαλουπόλεως. Περιλαμβάνουν ιερά σκεύη Θείας Λειτουργίας, ανάγλυφους σταυρούς, παλαιά βιβλία, θυμιατά, Ευαγγέλια, χρυσοκέντητα άμφια, ένα αγιογραφημένο σκευοφυλάκιο, ενώ επίσης υπάρχει αξιόλογη συλλογή διαφόρων ειδών εικόνων: ιδιαίτερα σημαντική είναι αυτή του Αγίου Γεωργίου, η οποία αφιερώθηκε από τον Γρηγόριο τον Ε’ στον Άγιο Γεώργιο Δημητσάνης, σύμφωνα με την επιγραφή που υπάρχει επάνω της, και είναι έργο Αγιορείτικης τέχνης του 1808. Το Μουσείο φιλοξενεί επίσης τρεις δεσποτικές εικόνες προερχόμενες από το ναό των Ταξιαρχών της Δημητσάνας, που ανήκουν στο ρεύμα της Κρητικής Σχολής του 17ου αιώνα, μία εικόνα του Ιωάννη του Προδρόμου, καθώς και ένα βημόθυρο που απεικονίζει τη σκηνή του Ευαγγελισμού.

Αρχαιολογικό Μουσείο Τρίπολης

Αρχαιολογικό Μουσείο Τρίπολης

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Τρίπολης στεγάζεται σε ένα διώροφο νεοκλασικό κτίριο, δημιουργία του Ernst Ziller. Κατά τη δεκαετία 1895-1905 το κτίριο στέγαζε το Παναρκαδικό Νοσοκομείο «Ευαγγελίστρια». Άρχισε να αναδιαμορφώνεται ως Μουσείο από το 1980 και έξι χρόνια αργότερα εγκαινιάστηκε από την τότε Υπουργό Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη.

Το Μουσείο αποτελεί σημαντικό κέντρο των αρχαιολογικών δραστηριοτήτων στην ευρύτερη περιοχή της Αρκαδίας και επίσης φιλοξενεί σε τακτά διαστήματα σημαντικές εκδηλώσεις εκπαιδευτικού και πολιτιστικού χαρακτήρα. Το Μουσείο περιλαμβάνει έναν αξιοσημείωτο αριθμό συλλογών, με ευρήματα που εκτείνονται από τη νεολιθική, τη γεωμετρική και τη μηκυναϊκή περίοδο, έως τους ελληνιστικούς, ρωμαϊκούς και κλασικούς χρόνους, καθώς επίσης και μερικά από την παλαιοχριστιανική και πρώιμη βυζαντινή περίοδο. Τα ευρήματα περιλαμβάνουν αγγεία, γλυπτά, επιγραφές, σκεύη, καθώς και θραύσματα αρχαίου νεκροταφείου. Ανάμεσα στα εκθέματα υπάρχουν και κάποια που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον: ενδεικτικά ας αναφερθεί χάλκινο κράνος της πρώιμης ελληνιστικής περιόδου (τέλη του 4ου αιώνα π.Χ.) από τη Μεγαλόπολη, ανάγλυφη πλάκα που αναπαριστά τις Εννέα Μούσες και τον Απόλλωνα, έργο του 2ου αιώνα π.Χ., καθώς και λατρευτικά ειδώλεια που παρουσιάζουν διάφορες παραλλαγές στην τυποποιημένη τους μορφή.

Αρχαιολογικό Μουσείο Τρίπολης

Αρχαιολογικό Μουσείο Τρίπολης

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Τρίπολης ιδρύθηκε μεταξύ των ετών 1980-1986 από τον Έφορο Αρχαιοτήτων Θεόδωρο Σπυρόπουλο και εγκαινιάστηκε από την τότε Υπουργό Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη. Στεγάζεται σε ένα όμορφο, διώροφο νεοκλασικό κτίριο, δημιουργία του Ernst Ziller, και αποτελείται από το κυρίως κτίριο και από μία μεταγενέστερη προσθήκη, με την οποία το Μουσείο απέκτησε επιπλέον χώρους. Το Μουσείο αυτό αποτελεί το κέντρο διοίκησης των αρχαιολογικών υπηρεσιών όλου του Νομού Αρκαδίας.

Στο Μουσείο έχουν βρει τη θέση τους αρκετές χιλιάδες αντικείμενα, τα οποία προέρχονται από ανασκαφές που έχουν πραγματοποιηθεί σε όλη την Αρκαδία. Ανάμεσα στις συλλογές που βρίσκει κανείς εκεί, υπάρχουν και οι ακόλουθες: γλυπτά της αρχαϊκής και κλασικής εποχής από την Ασέα και τη Μαντίνεια, διάφορες επιγραφές από τους ρωμαϊκούς και κλασικούς χρόνους, γλυπτά από τους ρωμαϊκούς και ελληνιστικούς χρόνους από την Εύα ‒αρχαία κώμη της Κυνουρίας‒, την Τεγέα και τη Μαντίνεια, αγγεία των ελληνιστικών χρόνων από τη Μεγαλόπολη και την Κυνουρία, διάφορα ευρήματα προερχόμενα από ιερούς χώρους της αρχαίας Αρκαδίας, ευρήματα κλασικών και ελληνιστικών χρόνων από τη Μεγαλόπολη και τον Ορχομενό, αλλά και άλλα, αρχαιότερα, από τους νεολιθικούς, τους γεωμετρικούς και τους αρχαϊκούς χρόνους από την ευρύτερη περιοχή της Αρκαδίας, που μαρτυρούν το έντονο ιστορικό παρελθόν της περιοχής.

Καθώς ο επισκέπτης εισέρχεται στο Μουσείο, τον υποδέχονται 50 επιτύμβιες στήλες και επιγραφές. Στη συνέχεια, στη διάρκεια της περιήγησής του έχει την ευκαιρία να δει πλήθος αρχαιολογικών ευρημάτων, που εντάσσονται στις παραπάνω συλλογές. Ενδεικτικά ας αναφερθούν τα ακόλουθα: ένα χάλκινο κράνος των πρώιμων ελληνιστικών χρόνων που βρέθηκε στη Μεγαλόπολη, το οποίο έχει συνδεθεί με τις εκστρατείες του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ένα ακέφαλο μαρμάρινο άγαλμα, το οποίο πιθανότατα απεικονίζει τη θεά Αθηνά καθήμενη και αποδίδεται στον Αθηναίο γλύπτη Ένδοιο. Ένας ψευδόστομος αμφορέας της ύστερης μυκηναϊκής εποχής από το Παλαιόκαστρο Γορτυνίας. Μία ανάγλυφη πλάκα που αναπαριστά τον Απόλλωνα με τις Εννέα Μούσες, έργο του 2ου αιώνα π.Χ. από την έπαυλη του Ηρώδη του Αττικού στην Εύα Κυνουρίας. Επίσης διάφοροι αμφορείς, ειδώλια, ακρωτήρια και αναθηματικά ανάγλυφα.

Αρχαιολογικό Μουσείο Λυκόσουρας

Αρχαιολογικό Μουσείο Λυκόσουρας

Στα νότια του Νομού Αρκαδίας, 15 χιλιόμετρα από τη Μεγαλόπολη, βρίσκεται η Λυκοσούρα, όπου υπάρχει και αρχαιολογικός χώρος αφιερωμένος στη Δέσποινα, κόρη της Δήμητρας και του Ποσειδώνα, και μια από τις σημαντικότερες θεότητες της αρκαδικής λατρείας. Εντός του αρχαιολογικού χώρου χτίστηκε Μουσείο, το οποίο προοριζόταν για να στεγάσει τα ευρήματα που θα έφερναν στο φως οι ανασκαφές, που ξεκίνησαν το 1903 από την Αρχαιολογική Εταιρεία. Εντός του ιερού της Δέσποινας δέσποζε το κολοσσιαίων διαστάσεων σύμπλεγμα του Δαμοφώντα, το οποίο παρίστανε τη Δέσποινα και τη Δήμητρα καθισμένες σε θρόνους και πλαισιωμένες από την Άρτεμη και τον Τιτάνα Άνυτο. Θραύσματα από γλυπτά αυτού του συμπλέγματος απαρτίζουν τα κύρια εκθέματα του Μουσείου. Τα περισσότερα είναι πιστά αντίγραφα, διότι τα πρωτότυπα εκτίθενται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Αυθεντικά στη Λυκοσούρα εκτίθενται τμήματα από το βάθρο του συμπλέγματος με την ανάγλυφη διακόσμησή τους. Εκτός αυτών, το Αρχαιολογικό Μουσείο της Λυκοσούρας φιλοξενεί μαρμάρινα και πήλινα αναθήματα, επιγραφές, γλυπτά, καθώς και διάφορα άλλα μικρά ευρήματα.

Αρχαιολογικό Μουσείο Λυκόσουρας

Αρχαιολογικό Μουσείο Λυκόσουρας

Το μικρό Αρχαιολογικό Μουσείο της Λυκόσουρας βρίσκεται 15 χιλιόμετρα από τη Μεγαλόπολη, στον αρχαιολογικό χώρο του ιερού της Δέσποινας. Το μουσείο περιλαμβάνει γλυπτά, επιγραφές, μαρμάρινα και πήλινα αναθήματα διαφόρων τύπων από το παρακείμενο ιερό της Δέσποινας, όπως και διάφορα μικρά ευρήματα από την περιοχή γύρω από το ιερό της Δέσποινας καθώς και από το ιερό του Διός στο Λύκαιο όρος.
Τα σημαντικότερα εκθέματα του Μουσείου είναι μέρη από το γλυπτό σύμπλεγμα του Δαμοφώντα (περιελάμβανε τη Δέσποινα καθιστή σε θρόνο να περιστοιχίζεται από τη θεά Δήμητρα, τη θεά ’ρτεμη και τον Τιτάνα ´Ανυτο), πήλινα αναθήματα από το Μέγαρο (βωμό) του Ιερού της Δέσποινας, μαρμάρινη τράπεζα που στηρίζεται σε πόδια που έχουν αποδοθεί ανάγλυφα σε λεοντόποδα, μαρμάρινος αναθηματικός λύχνος, αφιέρωμα στο Ιερό της Δέσποινας. Το γλυπτικό σύμπλεγμα (σύνταγμα) του Δαμοφώντα ήταν κολοσσιαίων διαστάσεων και ήταν στημένο μέσα στο ιερό της Δέσποινας στην αρχαία Λυκόσουρα. Μέρος του γλυπτού συντάγματος εκτίθεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας. Στο μουσείο της Λυκόσουρας εκτίθενται επίσης αντίγραφα των υπερφυσικών κεφαλών που ανήκαν στα αγάλματα του συμπλέγματος. Τα πήλινα αναθήματα συνίστανται σε ειδώλια ή πλακίδια με παραστάσεις ονοκέφαλων και κριοκέφαλων δαιμόνων. Ας σημειωθεί ότι αυτά απεικονίζοντο και στον μαρμάρινο πέπλο του αγάλματος της Δέσποινας.

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Μουσείο στη Λυκόσουρα χτίστηκε μέσα στον αρχαιολογικό χώρο, για να φιλοξενήσει τα κινητά ευρήματα από το ιερό της Δέσποινας, που ανασκάφηκε κοντά στην ομώνυμη αρχαία πόλη. Η Δέσποινα, κόρη της Δήμητρας και του Ποσειδώνα, ήταν θεότητα που έχαιρε ιδιαίτερου σεβασμού από τους Αρκάδες. Το ιερό της περιλάμβανε έναν ναό και έναν βωμό προς τιμήν της, βωμό της Δήμητρας και άλλων θεοτήτων, μια μεγάλη στοά και άλλα κτίσματα για την εξυπηρέτηση των πιστών. Το λατρευτικό σύμπλεγμα που υπήρχε μέσα στον ναό, σύμφωνα με τις πηγές, ήταν έργο του γλύπτη Δαμοφώντα, και παρίστανε τη Δέσποινα και τη Δήμητρα ένθρονες, περιστοιχισμένες από την Άρτεμη και τον Τιτάνα Άνυτο.

Τα σημαντικότερα εκθέματα του μουσείου είναι θραύσματα γλυπτών που βρέθηκαν στον χώρο του ιερού και αποδίδονται στο σύμπλεγμα του Δαμοφώντα. Τα περισσότερα από τα πρωτότυπα θραύσματα εκτίθενται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας. Στο μουσείο της Λυκόσουρας εκτίθενται ακριβή αντίγραφα από τις κεφαλές των κολοσσιαίων αγαλμάτων της Δήμητρας, της Άρτεμης και του Άνυτου, και από το ιερό ένδυμα που έφεραν οι θεές. Αυθεντικά είναι τα θραύσματα από το βάθρο του συμπλέγματος, με ανάγλυφη διακόσμηση. Στο μουσείο υπάρχουν επίσης επιγραφές, αφιερώματα και μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη από τον ναό και τα άλλα κτίρια του ιερού της Δέσποινας.

Η Λυκόσουρα βρίσκεται στα νότια του Νομού Αρκαδίας, σε μικρή απόσταση από την Αρχαία Ολυμπία και 7 χιλιόμετρα δυτικά της Μεγαλόπολης. Ιδρυτής θεωρούνταν ο Λυκάων, που την κατέστησε έδρα των βασιλέων της Αρκαδίας. Ο Παυσανίας την αναφέρει ως την πρώτη πόλη που χτίστηκε και την οποία οι άνθρωποι πήραν ως υπόδειγμα για τις άλλες πόλεις. Στις μέρες του όμως είχε πολύ λίγους κατοίκους. Στη Λυκόσουρα υπάρχουν σημαντικά αρχαία μνημεία που μαρτυρούν την ακμή της πόλης.

Ένα από αυτά είναι ο ναός της Δεσποίνης, σημαντικό κέντρο λατρείας των Αρκάδων. Κατά την μυθολογία, αυτή η Δέσποινα ήταν κόρη της θεάς Δήμητρας. Η μυθική παράδοση αναφέρει, όπως είδαμε και σε άλλο σημείο της μελέτης, πως όταν κάποτε η Δήμητρα πέρασε από την Αρκαδία αναζητώντας τη χαμένη Περσεφόνη, την είδε ο Ποσειδώνας και την ερωτεύτηκε. Η θλιμμένη θεά, για να αποφύγει τον Ποσειδώνα, που μόνο ταραχές και αναστάτωση ήξερε να δημιουργεί, είτε ήταν στη θάλασσα είτε στη στεριά, μεταμορφώθηκε σε φοράδα και κρύφτηκε μέσα σ’ ένα στάβλο. Ωστόσο ο Ποσειδώνας τυφλωμένος απο τον ακατασίγαστο πόθο του, μεταμορφώθηκε κι αυτός σε άλογο και μπήκε στον ίδιο στάβλο. Η Δήμητρα μπορεί να μην βρήκε την χαμένη Περσεφόνη, ύστερα όμως από την ένωσή της με τον Ποσειδώνα έφερε στον κόσμο μία νέα κόρη . Το όνομά της δεν διασώθηκε σε καμία πηγή, γιατί ήταν απόρρητο, αλλά οι Αρκάδες την αποκαλούσαν Δέσποινα.

Ο αφιερωμένος σε αυτήν ναός στη Λυκόσουρα ήταν ιδιαίτερα σεβαστός απ’ όλους τους Πελοποννήσιους, γι’ αυτό και όταν το 368 π.Χ οι Λυκοσουρείς κλείστηκαν μέσα, αντιτιθέμενοι στην εγκατάλειψη της πατρογονικής τους εστίας και στην μετακόμιση τους στην Μεγαλόπολη, δεν παρενοχλήθηκαν από κανένα. Ανακαλύφθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα π.Χ. στο λόφο που ήταν παλιότερα γνωστός ως “¨Παλιόκαστρο της Στάλας”. Μέσα στο ναό υπήρχε ένα εντυπωσιακό μαρμάρινο σύμπλεγμα, φιλοτεχνημένο από τον Μεσσήνιο γλύπτη Δαμοφώντα, που παρίστανε τη Δήμητρα και τη Δέσποινα καθισμένες δίπλα δίπλα σε διθέσιο θρόνο, και πλαισιωμένες από την Άρτεμη συνοδευόμενη από ένα κυνηγόσκυλό της και τον Τιτάνα Άνυτο που ανέθρεψε την Δέσποινα.

Τμήματα του έξοχου αυτού καλλιτεχνήματος ήρθαν στο φώς από την αρχαιολογική σκαπάνη του αρχαιολόγου Κώστα Κουρουνιώτη στις αρχές του 20ου αιώνα. Τότε κτίστηκε και το μικρό μουσείο που υπάρχει εδώ και στο οποίο μπορεί να δεί κανείς τα σωζόμενα κομμάτια του συμπλέγματος, καθώς και μια συνολική αναπαράσταση. Μπορεί ακόμα να δεί κανείς τα θεμέλια του ναού, τα θεμέλια του μνημειώδους βωμού της Δέσποινας, που ονομαζόταν μέγαρον, τα θεμέλια μιας μεγάλης στοάς στην άλλη πλευρά του ναού, τα σκαλάκια δίπλα στο ναό, που πρέπει να χρησιμοποιούνταν αντί εδωλίων για τους θεατές των ιεροπραξιών και δεκάδες σκόρπια μάρμαρα τριγύρω. Σώζονται επίσης στη θέση τους το βάθρο πάνω στο οποίο ήταν στημένο το σύμπλεγμα του Δαμοφώντος και πολλές βάσεις αγαλμάτων με τις αναθηματικές επιγραφές τους. Στη βάση του λόφου λίγα μέτρα πιο δυτικά, μπορεί να δεί κανείς μία εντυπωσιακή κρηνική κατασκευή, που ανήκε πιθανότατα στο αρχαίο ξενοδοχείο όπου έμεναν οι επισκέπτες, καθώς και πολλά τμήματα από τα τείχη της πόλης. Εκτός απο τη Δέσποινα λατρευόταν στην πόλη η Άρτεμις ηγεμών, ο Πάν και η Αθηνά. Τα ιερά τους βρίσκονταν γύρω από το ιερό της Δέσποινας. Την ίδια πόλη δυστυχώς δεν μπορεί να τη δεί ο επισκέπτης, γιατί τα ερείπιά της παραμένουν μέχρι σήμερα σκεπασμένα από ένα δάσος με πουρνάρια.

Το Ιερό της Δέσποινας

Ο αρχαιολογικός χώρος της αρχαίας Λυκόσουρας βρίσκεται στο νοτιοδυτικό τμήμα της Αρκαδίας, στην ανατολική πλευρά του Λυκαίου όρους, μέσα σε καταπράσινο και ειδυλλιακό περιβάλλον. Απέχει 49 χλμ. από Τρίπολη και 12 χλμ. από την Μεγαλόπολη.

Το ιερό της Δέσποινας στη Λυκόσουρα ήταν ένα σύμπλεγμα βωμών και ναών αφιερωμένων σε διάφορες θεότητες. Όμως κορυφαία ήταν ο ναός και το μέγαρο της Δέσποινας. Εκεί γίνονταν από πολύ παλιά απόκρυφη οργιαστική γιορτή, με αναπαράσταση της γέννησης του Δία, όπου λάμβαναν μέρος έφηβοι υποδυόμενοι τους Κουρήτες και Κορύβαντες, που χόρευαν με ενθουσιασμό κραδαίνοντας όπλα και βγάζοντας άναρθρες κραυγές.

Ο αρχαιολογικός χώρος περιλαμβάνει ναό, περίβολο, το “μέγαρο”, μεγάλη στοά, υπολείμματα Λουτρών, και τους βωμούς της Δέσποινας, της Δήμητρας και της Μεγάλης Μητρός. Τα σωζόμενα ερείπια είναι του 2ου αι. π.Χ. Στο ναό της Δέσποινας υπήρχε το βάθρο του περίφημου “συντάγματος”του Μεσσήνιου γλύπτη Δαμοφώντα (σύμπλεγμα των κολοσσιαίων αγαλμάτων της Αθηνάς, της Δήμητρας, της Αρτέμιδας και του τιτάνα Ανύτου) του 2ου π.Χ. αι. Το μέγαρο της Δέσποινας, ένα ναόμορφο οικοδόμημα-βωμός, ήταν ένας ιερός χώρος όπου γίνονταν τελετουργίες και μυστηριακές θυσίες. ΝΔ. του μεγάρου υπάρχει κρηνικό κτίσμα από μεγάλες ορθογονισμένες πέτρες.

Μέσα στον αρχαιολογικό χώρο βρίσκεται το Αρχαιολογικό Μουσείο Λυκόσουρας. Οι ανασκαφές έγιναν το 1903 από την Αρχαιολογική Εταιρεία. Η Δέσποινα ήταν από τις αρχέγονες χθόνιες θεότητες, προς τιμήν της οποίας γίνονταν μστηριακές λατρευτικές τελετές, τις οποίες καθώς και το όνομά της γνώριζαν μόνο οι μυημένοι σε αυτές. “Δέσποινα” δεν ήταν το κύριο όνομα της θεάς αλλά επίθετο με το οποίο την προσαγόρευαν. Τελικά όμως η Δέσποινα θα πρέπει να ήταν η Περσεφόνη, κόρη του Ποσειδώνα και της Δήμητρας:

“…ταύτην μάλιστα θεών σέβουσιν οι Αρκάδες την Δέσποιναν, θυγατέρα δε αυτήν Ποσειδώνος φασίν είναι και Δήμητρος. Επίκλησις ες τους πολλούς εστιν αυτή Δέσποινα, καθάπερ και την εκ Διός Κόρην επονομάζουσιν, ιδία δε εστίν όνομα Περσεφόνη, καθά Όμηρος και έτι πρότερον Πάμφως εποίησαν. Της δε Δεσποίνης το όνομα έδεισα ες τους ατελέστους γραφείν.”

Δηλαδή, “Οι Αρκάδες σέβονται και τιμούν αυτή τη Δέσποινα περισσότερο από τους άλλους θεούς, γιατί τη θεωρούν θυγατέρα του Ποσειδώνα και της Δήμητρας. Οι περισσότεροι ονομάζουν αυτή τη θεά Δέσποινα όπως και αυτή που εγεννήθη από το Δία (και τη Δήμητρα) ονομάζουν Κόρη, όμως το όνομά της είναι Περσεφόνη, όπως έγραψαν ο Όμηρος και ακόμη παλιότερα ο Πάμφως στα ποιήματά τους. Το όνομα της Δέσποινας φοβήθηκα να το γνωστοποιήσω στους αμύητους.”

Η Δέσποινα ήταν άρρηκτα δεμένη με την Αρκαδική λατρεία. Κατείχε ξεχωριστή θέση μεταξύ των αρκάδων θεών και για το λόγο αυτό και υπήρχε συνέχεια από τη μια εποχή στην άλλη. Αυτό διαφαίνεται ανάγλυφα τόσο στα διάφορα ευρήματα που αντιπροσωπεύουν διαφορετικές εποχές, όσο και στο τεραστίου μεγέθους σύμπλεγμα του Δαμοφώντα, όπου συνδέεται η σύγχρονη τέχνη του με την αρκαδική παράδοση.

Αρχαιολογικό Μουσείο Άστρους

Αρχαιολογικό Μουσείο Άστρους

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Άστρους βρίσκεται στο κέντρο της ομώνυμης ιστορικής πόλης και στεγάζεται στο κτίριο της παλιάς Σχολής Καρυτσιώτη, η οποία λειτουργούσε από το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Το κτίριο παραχώρησε στη συνέχεια ο Δήμος στην Εφορεία Αρχαιοτήτων, και ύστερα από μία μακρά σειρά εργασιών εγκαινιάστηκε το Μουσείο το 1985.

Ο κύριος όγκος των εκθεμάτων του Μουσείου προέρχεται κυρίως από την έπαυλη του Ηρώδου του Αττικού (2ος αιώνας μ.Χ.), που βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από το Παράλιο Άστρος, δίπλα στην ονομαστή Μονή της Λουκούς, του 1117 μ.Χ. Εκθέματα μπορεί να βρει κανείς τόσο εντός όσο και εκτός του Μουσείου, ενώ ένα μεγάλο μέρος δυστυχώς δεν μπορεί να εκτεθεί στο κοινό, λόγω έλλειψης χώρου. Ανάμεσα στα εκθέματα συμπεριλαμβάνονται μαρμάρινες επιγραφές, μέλη αγαλμάτων, νομίσματα και αντικείμενα καθημερινής χρήσης, καθώς επίσης και κεραμεικά από αρχαία νεκροταφεία της περιοχής, που χρονολογούνται από την ύστερη κλασική έως τη ρωμαϊκή περίοδο. Από τα σημαντικότερα εκθέματα ας αναφερθούν ενδεικτικά ένα πορτρέτο του Ηρώδου του Αττικού από την έπαυλή του (2ος αιώνας μ.Χ.), ένα αναθηματικό ανάγλυφο που αναπαριστά τον Ερμή και τις Νύμφες από την εποχή του Αυγούστου και μία επιτύμβια στήλη που αναπαριστά καθήμενη γυναίκα και κόρη (4ος αιώνας π.Χ.).

Αρχαιολογικό Μουσείο Άστρους

Αρχαιολογικό Μουσείο Άστρους

Το Άστρος είναι μία όμορφη παράκτια πόλη της βόρειας Κυνουρίας με σημαντική παρουσία σε διάφορες φάσεις της ελληνικής ιστορίας. Στο κέντρο της πόλης βρίσκεται το Αρχαιολογικό Μουσείο Άστρους, το οποίο στεγάζεται στο κτίριο της παλιάς Σχολής Καρυτσιώτη, που λειτουργούσε από το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Πολύ κοντά στο χώρο αυτό έλαβε χώρα η Β’ Εθνοσυνέλευση των επαναστατημένων Ελλήνων, το 1821.

Το Μουσείο φιλοξενεί εκθέματα από όλη τη γύρω περιοχή, ο μεγαλύτερος όγκος τους όμως προέρχεται από την περίφημη Έπαυλη του Ηρώδη του Αττικού, του 2ου αιώνα μ.Χ., την οποία έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη στην Εύα Κυνουρίας, κοντά στην περιοχή της Λουκούς, 8 περίπου χιλιόμετρα δυτικά του Παράλιου Άστρους. Για πάρα πολλά χρόνια ήταν ιδιαίτερα συνηθισμένο φαινόμενο οι μοναχοί της Μονής Λουκούς να ανακαλύπτουν αρχαιότητες κατά την καλλιέργεια της γης τους. Τα ευρήματα αυτά φυλάσσονταν στους χώρους της Μονής, μέχρι που άνοιξε τις πύλες του το Αρχαιολογικό Μουσείο το 1985, οπότε όλα μεταφέρθηκαν εκεί.

Στο Μουσείο στεγάζονται αξιόλογα και ενδιαφέροντα εκθέματα. Από την έπαυλη του Ηρώδη του Αττικού μπορεί κανείς να δει αρχιτεκτονικά μέλη, μαρμάρινες επιγραφές, γλυπτά, ένα πορτρέτο του ίδιου του Ηρώδη, μαρμάρινες κεφαλές αγαλμάτων, ένα αναθηματικό ανάγλυφο που αναπαριστά τον Ερμή και τις Νύμφες, καθώς επίσης και διάφορα άλλα εκθέματα που βρίσκονται στην αυλή του Μουσείου. Εκτός αυτών, στις συλλογές του Μουσείου μπορεί κανείς να βρει επιγραφές, κεραμικά ευρήματα από νεκροταφεία του Ελληνικού Κυνουρίας, νομίσματα, αρχιτεκτονικά μέλη, πορτρέτα Ρωμαίων αυτοκρατόρων, κυρίως του 2ου και 3ου αιώνα μ.Χ., μία επιτύμβια στήλη του 4ου αιώνα π.Χ., στην οποία απεικονίζεται καθήμενη γυναίκα και κόρη, καθώς και πάρα πολλά ακόμη έργα, από αναθηματικές στήλες, μέχρι ανάγλυφα και κιονόκρανα.

Το 2008 το Μουσείο υπέστη σοβαρές ζημιές από σεισμό στο Λεωνίδιο και έκλεισε για λόγους ασφαλείας. Η επαναλειτουργία του έχει ήδη προγραμματιστεί, αφού ολοκληρωθούν κάποιες στερεωτικές εργασίες, που ήδη γίνονται ανά τα χρόνια. Το ζητούμενο είναι να ανοίξει σύντομα ξανά τις πύλες του για το κοινό, καθώς αποτελεί σημαντική πηγή πληροφόρησης για το ιστορικό παρελθόν της ευρύτερης περιοχής.

Μουσείο Αλέξανδρου Παπαναστασίου

Μουσείο Αλέξανδρου Παπαναστασίου

Στη γενέτειρα του Αλέξανδρου Παπαναστασίου, στο Λεβίδι Αρκαδίας, δημιουργήθηκε μουσείο το οποίο σκοπό έχει να αποκαλύψει στο κοινό στιγμιότυπα από τη ζωή και τη συναρπαστική πορεία του σπουδαίου αυτού Έλληνα πολιτικού. Το μουσείο ιδρύθηκε το 1976 και στεγάζεται σε χώρο του Δημαρχείου.

Στους χώρους του μουσείου ο επισκέπτης έχει την ευκαιρία να δει εκθέματα από τα προσωπικά αντικείμενα του πολιτικού, όπως κοστούμια, τα γάντια του, το κομπολόι του, την ομπρέλα του, αλλά και αντικείμενα που σχετίζονται με την πολιτική του σταδιοδρομία, όπως το πρωθυπουργικό του πηλίκιο και την επιστολή παραίτησής του, που έστειλε στον Ελευθέριο Βενιζέλο. Υπάρχει επίσης πλήθος φωτογραφιών από στιγμές της ζωής του, ενώ εδώ στεγάζεται και η προσωπική του βιβλιοθήκη, που απαριθμεί περίπου 2.000 τόμους. Το εντυπωσιακότερο όλων βέβαια των εκθεμάτων είναι ο εγκέφαλος του Αλέξανδρου Παπαναστασίου, ο οποίος διατηρείται εδώ σε ειδικό χημικό υγρό!

Μουσείο Αλέξανδρου Παπαναστασίου

Μουσείο Αλέξανδρου Παπαναστασίου

Στο Λεβίδι της Αρκαδίας, στη γενέτειρα του μεγάλου πολιτικού Αλέξανδρου Παπαναστασίου, ιδρύθηκε μουσείο που φέρει το όνομά του και είναι εξ ολοκλήρου αφιερωμένο στο βίο και το έργο του. Το Μουσείο Αλέξανδρου Παπαναστασίου στεγάζεται σε χώρο του Δημαρχείου και λειτουργεί από το 1976.

Ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου υπήρξε πολιτικός με λαμπρή σταδιοδρομία. Διετέλεσε πρωθυπουργός της Ελλάδος από το 1924 έως το 1932, παραιτήθηκε όμως από τα πολιτικά του αξιώματα το 1932, με επιστολή που έστειλε στις 3 Ιουνίου στον Ελευθέριο Βενιζέλο. Τέσσερα χρόνια αργότερα απεβίωσε ξαφνικά. Το Μουσείο που ιδρύθηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του προς τιμήν του, φιλοξενεί εκθέματα από την προσωπική και επαγγελματική του ζωή. Υπάρχει πλούσιο φωτογραφικό υλικό, με σπάνιες προσωπικές και οικογενειακές φωτογραφίες, η προσωπική του βιβλιοθήκη, που απαριθμεί περί τους 2.000 τόμους, αλλά και αρκετά προσωπικά του αντικείμενα: κοστούμια, ένα σακάκι, το πρωθυπουργικό του πηλίκιο, τα γάντια και την ομπρέλα του, ένα κομπολόι, ένα πιστόλι, τα πτυχία του, καθώς και μεγάλο μέρος της αλληλογραφίας του, όπου συγκαταλέγεται και η επιστολή παραίτησής του προς το Βενιζέλο.

Το Μουσείο αυτό, που εξυμνεί μία σπουδαία προσωπικότητα του ελληνικού πολιτικού βίου, φιλοξενεί ένα ακόμα έκθεμα, από τα πιο παράξενα που θα μπορούσε ίσως κανείς να συναντήσει σε έναν μουσειακό χώρο: μέσα σε μία γυάλα, σε ειδικό υγρό συντήρησης, επιπλέει ο εγκέφαλος του Αλέξανδρου Παπαναστασίου, ίσως σαν μία έμμεση δήλωση της μεγαλοφυΐας αυτού του άνδρα. Σύμφωνα με μία φήμη, ο εγκέφαλος του πολιτικού ήταν υπερμεγέθης, και γι’ αυτό λένε ότι τον κράτησαν ώστε να ερευνηθεί μελλοντικά από την επιστήμη.

Λαογραφικό Μουσείο Στεμνίτσας

Λαογραφικό Μουσείο Στεμνίτσας

Το Λαογραφικό Μουσείο Στεμνίτσας ιδρύθηκε το 1985 με στόχο να προβάλει στην Ελλάδα και το εξωτερικό τόσο τη λαογραφική παράδοση του τόπου μας, γενικότερα, όσο και της Στεμνίτσας, ειδικότερα.

Οι συλλογές του Μουσείου καταλαμβάνουν δύο κτίρια. Το πρώτο, τριώροφο αρχοντικό του 18ου αιώνα, αρχικά προοριζόταν για οικία, και στη συνέχεια παραχωρήθηκε στην τότε Κοινότητα Στεμνίτσας, με σκοπό να λειτουργήσει ως μουσείο. Το 1995 δημιουργήθηκε το δεύτερο κτίριο, με πρωτοβουλία και δαπάνες του Ιωάννη και της Ειρήνης Σαββοπούλου.

Το Μουσείο διαθέτει μεγάλη ποικιλία συλλογών και εκθεμάτων. Μεταξύ άλλων, ο επισκέπτης θα δει: παραδοσιακές φορεσιές, υφαντά, κεντήματα, εκκλησιαστικά σκεύη και εικόνες, αναπαραστάσεις παραδοσιακών εργαστηρίων και παραδοσιακής οικίας, καθώς και διάφορα αντικείμενα καθημερινής χρήσης, καμωμένα με τη μοναδική στεμνιτσιώτικη τέχνη. Οι λάτρεις του παραδοσιακού θεάτρου σκιών σίγουρα θα ενθουσιαστούν με τη συλλογή του ντόπιου καραγκιοζοπαίχτη Λάμπρου Καραδήμα.

Λαογραφικό Μουσείο Στεμνίτσας

Λαογραφικό Μουσείο Στεμνίτσας

Το Λαογραφικό Μουσείο Στεμνίτσας ιδρύθηκε το 1985 με πρωτοβουλία και δαπάνες του Ιωάννη και της Ειρήνης Σαββοπούλου. Ο Ιωάννης Σαββόπουλος ήταν Στεμνιτσιώτης, με ιδιαίτερη αγάπη για την πατρίδα, του, την οποία μετέδωσε και στη σύζυγό του. Πρόκειται για ίδρυμα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, που εποπτεύεται από το Υπουργείο Πολιτισμού, ενώ είναι επίσης μέλος του Ελληνικού Τμήματος του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων (ICOM). Στόχος του Μουσείου είναι η διάσωση της λαογραφικής κληρονομιάς της Ελλάδας και η προβολή της τόσο στη χώρα μας, όσο και στο εξωτερικό.

Το Μουσείο στεγάζεται σε δύο κτίρια, σε ένα τριώροφο του 18ου αιώνα, το οποίο ανηκε στον Γεώργιο Χατζή, και σε ένα νεώτερο κτίριο, που χτίστηκε το 1995 κατά τα παραδοσιακά πρότυπα, με δαπάνη πάλι των ιδρυτών του, καθώς και των Παναγιώτη Αγγελόπουλου και Ιωάννη Μαρτίνου.

Στο Λαογραφικό Μουσείο Στεμνίτσας ο επισκέπτης θα έχει την ευκαιρία να δει τα μοναδικά εκθέματα, αλλά και τις αξιόλογες συλλογές που φιλοξενούνται εκεί. Στην παλαιά πτέρυγα, στο ισόγειο, υπάρχει αναπαράσταση εργαστηρίων παραδοσιακών επαγγελμάτων, όπως του τσαγκάρη, του κηροπλάστη, του καλαντζή, του αργυροχρυσοχόου κ.ά. Στο μεσοπάτωμα υπάρχει αναπαράσταση παραδοσιακών στεμνιτσιώτικων οικιών, με αυθεντικά αντικείμενα και έπιπλα, ενώ ο πρώτος όροφος φιλοξενεί την πλούσια συλλογή που δώρισαν ο Ιωάννης και η Ειρήνη Σαββοπούλου, που περιλαμβάνει κεντήματα, υφαντά, παραδοσιακές ενδυμασίες, εκκλησιαστικά σκεύη, κεραμικά και ξυλόγλυπτα αντικείμενα, καθώς και πολλά άλλα. Στη νέα πτέρυγα, στο ισόγειο υπάρχει αίθουσα διαλέξεων, με τη δυνατότητα να φιλοξενηθούν παρουσιάσεις και ομιλίες, ενώ υπάρχουν επίσης βιτρίνες με ενδιαφέροντα εκθέματα. Στον πρώτο όροφο φιλοξενείται η ενδιαφέρουσα συλλογή από φιγούρες του ονομαστού Καραγκιοζοπαίχτη Λάμπρου Καραδήμα, δωρεά της οικογένειάς του, καθώς και διάφορες αστικές και αγροτικές ενδυμασίες.

Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης

Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης

Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης

Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης

Σε μικρή απόσταση από τη Δημητσάνα, στο Κεφαλάρι του Αη-Γιάννη, λειτουργεί από το 1997 το Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης, το οποίο στόχο έχει να προβάλει τη σημασία της υδροκίνησης στην τοπική κοινωνία κατά την προβιομηχανική εποχή. Πρόκειται για ένα θεματικό μουσείο, για τη δημιουργία του οποίου αναστηλώθηκαν τα κτίρια και συντηρήθηκαν οι μηχανισμοί του βιοτεχνικού συγκροτήματος που άλλοτε λειτουργούσε στην περιοχή, χρησιμοποιώντας αποκλειστικά τη δύναμη του νερού. Έτσι, ο επισκέπτης σήμερα μπορεί να δει τον μπαρουτόμυλο, το βυρσοδεψείο, τη νεροτριβή, τον αλευρόμυλο, το αποστακτήριο, καθώς επίσης και τις κατοικίες του μυλωνά και του βυρσοδέψη. Τα περισσότερα εργαστήρια, μάλιστα, είναι σε λειτουργική κατάσταση, και ο επισκέπτης μπορεί να παρακολουθήσει από κοντά τη διαδικασία παραγωγής. Το μουσείο βρίσκεται σε κοντινή απόσταση και από άλλες φυσικές ομορφιές της περιοχής, δίνοντας στον επισκέπτη τη δυνατότητα να επισκεφτεί το φαράγγι του Λούσιου, τη γέφυρα της Μονόπορης, τις Μονές Φιλοσόφου και Προδρόμου, καθώς επίσης και την αρχαία Γόρτυνα.

Βιβλιοθήκη Δημητσάνας

Βιβλιοθήκη Δημητσάνας

Η Βιβλιοθήκη Δημητσάνας αποτελεί σημαντικό σταθμό για τον επισκέπτη της ιστορικής αυτής περιοχής. Ιδρύθηκε το 1764 από δύο μοναχούς, τους Γεράσιμο Γούνα και Αγάπιο Λεονάρδο, από τη Σχολή Σμύρνης. Αρχικά λειτούργησε σαν ιερατική σχολή, στην οποία κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας φοίτησαν πολλοί γνωστοί ιεράρχες του Γένους. Το μεγαλύτερο μέρος του πλούσιου υλικού που φιλοξενούσε η Βιβλιοθήκη θυσιάστηκε στο βωμό της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, όταν οι σελίδες των βιβλίων χρησιμοποιήθηκαν για να κατασκευαστούν φυσίγγια. Από τους παλιούς τόμους της διασώθηκαν περίπου 600. Με τα χρόνια το υλικό της βιβλιοθήκης εμπλουτίστηκε με ποικίλες δωρεές, με αποτέλεσμα σήμερα να απαριθμεί γύρω στις 35.000 τόμους. Εκτός από βιβλία, βέβαια, η Βιβλιοθήκη φιλοξενεί σπάνια έγγραφα, κώδικες και χειρόγραφα, καθώς επίσης και διάφορα ενθύμια του αγώνα.

Βιβλιοθήκη Δημητσάνας

Βιβλιοθήκη Δημητσάνας

Το γραφικό και ιστορικό χωριό της Δημητσάνας είναι ένας από τους θεματοφύλακες των ιστορικών και λαογραφικών παραδόσεων του ελληνικού γένους. Εκτός από την ομορφιά του τόπου, ο επισκέπτης μπορεί επίσης να θαυμάσει σημαντικά κειμήλια και ενθυμήματα από διάφορες στιγμές του ελληνικού παρελθόντος, τα οποία φυλάσσονται καλά στα μουσεία της, αλλά και στην ιστορική της βιβλιοθήκη. Η Βιβλιοθήκη της Δημητσάνας, σήμερα γνωστή και με την επίσημη ονομασία Δημόσια Βιβλιοθήκη και Μουσείο της Ελληνικής Σχολής Δημητσάνας – Τοπικό Ιστορικό Αρχείο Γορτυνίας, βρίσκεται στην πλατεία της Αγίας Κυριακής, εκεί όπου βρίσκονταν τα παλαιά Διδακτήρια, τα οποία πήραν τη θέση της Σχολής Δημητσάνας το 1845. Πρόκειται για μια όμορφη τοποθεσία, η οποία «βλέπει» στο εντυπωσιακό φαράγγι του Λούσιου με τις ιστορικές μονές του, τις Μονές Φιλοσόφου, Προδρόμου και Αιμυαλών. Η Βιβλιοθήκη ιδρύθηκε το 1764 από δύο μοναχούς της Σχολής Σμύρνης, τους Γεράσιμο Γούνα και Αγάπιο Λεονάρδο. Στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο ως διδακτική και ιερατική σχολή, στους κόλπους της οποίας φοίτησαν σημαντικοί ιεράρχες, όπως ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος Ε’ και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός. Η Βιβλιοθήκη περιλαμβάνει το γραφείο, το αναγνωστήριο, μία μεγάλη κυκλική αίθουσα, μία μικρή αίθουσα με συλλογή αρχαιολογικών ευρημάτων, καθώς και υπόγειους χώρους, στους οποίους φυλάσσονται οι ανεκτίμητοι θησαυροί της. Σε αυτούς συγκαταλέγεται πλούσια συλλογή χειρογράφων και κωδίκων, που απαρτίζουν το ιστορικό αρχείο Γορτυνίας, και περιλαμβάνουν χειρόγραφα ποικίλου περιεχομένου, και όχι μόνο θεολογικά, καθώς και διάφορα μαθηματάρια, πατριαρχικά έγγραφα και τούρκικα φιρμάνια. Εκτός από αυτά, η Βιβλιοθήκη διαθέτει επίσης διάφορα ενθύμια από την Επανάσταση: εδώ ο επισκέπτης θα δει τη σέλα του αλόγου του Παπαφλέσσα, τα οστά του Μητροπολίτη Παλαιών Πατρών Γερμανού, που φυλάσσονται σε ορειχάλκινη λάρνακα, μεταφερμένα εδώ από την Πάτρα το 1930, διάφορες προσωπογραφίες σημαντικών προσώπων του Αγώνα, καθώς και μία μικρή συλλογή από διάφορα αντικείμενα λαϊκής τέχνης. Από την πλούσια συλλογή των παλαιών τόμων της Βιβλιοθήκης δυστυχώς πολλοί καταστράφηκαν, όταν κατά την Επανάσταση οι σελίδες τους χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή φυσιγγίων. Από τους αρχικούς τόμους μόνο 600 έχουν διασωθεί. Σταδιακά το υλικό της εμπλουτίστηκε, και μέσα από δωρεές, και έτσι σήμερα απαριθμεί περίπου 35.000 τόμους, ενώ η περίφημη συλλογή των χειρογράφων φτάνει περίπου τα 200. Το 1977 η Βιβλιοθήκη Δημητσάνας τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών με χρυσό μετάλλιο και δίπλωμα, ως μία επίσημη αναγνώριση της σημαντικής προσφοράς της.